εκρηκτικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκρηκτικός
- e.kɾi.ktiˈkos
Where it comes from
εκρηκτικός, ήδη από το 1885 ως «ἐκρηκτική» (για ύλη) σε κείμενο του φυσικομαθηματικού Αναστασίου Κ. Δαμβέργη < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική explosif
: Μορφολογικά αναλύεται σε εκρηκ- (όπως στο ρήμα εκρήγνυμαι) + -τικός.
adjective εκρηκτικός · εκρηκτική · εκρηκτικό · εκρηκτικού · εκρηκτικής
- που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη ※ Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δ
- που μπορεί να καταστραφεί με έκρηξη
- που εκδηλώνει με έντονο τρόπο συναισθήματα εκρηκτικός χαρακτήρας
- που προκαλεί, που εξάπτει εκρηκτική ομορφιά
In English
Talk about this word "εκρηκτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εκρηκτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εκρηκτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκρηκτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%81%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}