εκτελεστής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκτελεστής

Where it comes from

εκτελεστής < εκτελώ + -τής(μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική exécuteur)

noun εκτελεστής · εκτελεστές · εκτελεστή · εκτελεστών

  1. αυτός που σκοτώνει εν ψυχρώ

    Similar: δολοφόνος, φονιάς

  2. επάγγελμα ο δήμιος
  3. το άτομο, στο οποίο ανατίθεται η υλοποίηση μιας επιθυμίας, η διεκπεραίωση μιας εργασίας η κυρία Μαρία όρισε εκτελεστή της διαθήκης της τον γιο της, Νίκο

adjective εκτελεστής · εκτελεστές · εκτελεστή · εκτελεστών

  1. genitive, singular γενική ενικού του εκτελεστή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκτελεστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εκτελεστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"εκτελεστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκτελεστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}