εκτρέπομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκτρέπομαι
Where it comes from
εκτρέπομαι < παθητική φωνή του ρήματος εκτρέπω
verb εκτρέπομαι · εκτρεπόμουν · εκτρεπόμουνα · θα εκτρέπομαι · να εκτρέπομαι
- βγαίνω από το δρόμο μου, την πορεία μου κυριολεκτικά Το φορτηγό εξετράπη και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα
- χάνω το δρόμο μου, βγαίνω από τον ηθικό δρόμο, βγαίνω από την πορεία που άλλοι θεωρούν σωστή Οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί εκτρέπονται σε μη πολιτικές μορφές έκφρασης, οι οποίες κυμαίνονται από άναρθρα ξεσπάσματα τυφλής βίας μέχρι την ενίσχυση του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού κ.λπ., που στοχοποιούν ακόμη πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες και κατακερματίζουν ολοένα βαθύτερα το λαϊκό σ
Talk about this word "εκτρέπομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. εκτρέπομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "εκτρέπομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκτρέπομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}