믹윈

ελαστικότητα

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

ελαστικότητα

  • e.la.stiˈko.ti.ta

어원

ελαστικότητα < ελαστικός + -ότητα

명사 ελαστικότητα · ελαστικότητες · ελαστικότητας · ελαστικοτήτων

  1. για σώμα ή πράγμα που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
  2. figuratively, μεταφορικά χαλαρότητα, ευμεταβλητότητα
  3. figuratively, μεταφορικά μετριοπάθεια, υποχωρητικότητα, ενδοτικότητα
  4. figuratively, μεταφορικά, οικονομία που μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες, όταν η επίδραση μιας μεταβλητής έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη της 1:1 επίπτωση υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα των δαπανών υγείας σημαίνει πως μια αύξηση του εισοδήματος συνεπάγεται μια πολλαπλάσια αύξηση των δαπανών για περίθαλψη

반의어: ανελαστικότητα

유의어·반의어

명사

반의어: ανελαστικότητα

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"ελαστικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελαστικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"ελαστικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελαστικότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}