ελαστικότητα
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
ελαστικότητα
- e.la.stiˈko.ti.ta
어원
ελαστικότητα < ελαστικός + -ότητα
명사 ελαστικότητα · ελαστικότητες · ελαστικότητας · ελαστικοτήτων
- που μεταβάλλει (εύκολα) το σχήμα ή τον όγκο του μετά από προσπάθεια ή πίεση και κατόπιν μπορεί να τα ξαναποκτήσει
- χαλαρότητα, ευμεταβλητότητα
- μετριοπάθεια, υποχωρητικότητα, ενδοτικότητα
- που μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες, όταν η επίδραση μιας μεταβλητής έχει μεγαλύτερη ή μικρότερη της 1:1 επίπτωση υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα των δαπανών υγείας σημαίνει πως μια αύξηση του εισοδήματος συνεπάγεται μια πολλαπλάσια αύξηση των δαπανών για περίθαλψη
반의어: ανελαστικότητα
유의어·반의어
명사
반의어: ανελαστικότητα
영어로
- resilience physical property of material
- elasticity quality of being elastic
이 단어에 대해 이야기하기 "ελαστικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ελαστικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "ελαστικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {ελαστικότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}