믹윈

ελαφρότητα

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

ελαφρότητα

  • e.laˈfɾo.ti.ta

어원

ελαφρότητα < αρχαία ελληνική ἐλαφρότης < ἐλαφρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁léngʰus < *h₁lengʷʰ- (ελαφρός) + *-us

명사 ελαφρότητα · ελαφρότητες · ελαφρότητας · ελαφροτήτων

  1. literally, κυριολεκτικά το να μην έχει κάτι ή κάποιος μεγάλο βάρος
  2. figuratively, μεταφορικά η επιπολαιότητα
  3. figuratively, μεταφορικά ανάρμοστη συμπεριφορά, που δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες

비슷한 말: ελαφράδα

유의어·반의어

명사

비슷한 말: ελαφράδα

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"ελαφρότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελαφρότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"ελαφρότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελαφρότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}