ελεύθερος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ελεύθερος¹

  • eˈle.fθe.ɾos

Where it comes from

ελεύθερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐλεύθερος

adjective ελεύθερος · ελεύθερη · ελεύθερο · ελεύθερου · ελεύθερης

  1. που δεν έχει περιορισμούς και δεσμεύσεις, εσωτερικές ή εξωτερικές, στη δράση του ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερη βούληση
  2. especially, ειδικότερα που δεν περιορίζεται η κίνησή του επειδή δεν είναι δεμένος ※ Κι είχε μαύρα μαλλιά κοντά κομμένα κι ελεύθερα κι ένα πρόσωπο λεπτό πολύ άσπρο. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])
  3. χώρα ή λαός που δε βρίσκεται υπό ξένη κατοχή ή τυραννικό καθεστώς εμπρός για μια ελεύθερη πατρίδα
  4. διαθέσιμος, αδέσμευτος ελεύθερη θέση, ελεύθερος χρόνος
  5. που δεν είναι στη φυλακή λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων ο κρατούμενος αφέθηκε ελεύθερος
  6. για δρόμους, διόδους κ.λπ που δεν έχει εμπόδια, ανοιχτός
  7. για το σώμα ή τα μέλη χαλαρός, όχι σφιγμένος
  8. ανύπαντρος ※ «Αλήθεια είστε ύπανδρος; Αρραβωνιασμένος;» «Ελεύθερος ... » «Λαμπρά! Θα μας κάνετε την τιμή να δειπνήσετε απόψε μαζί μας;» (Χ.Α. Χωμενίδης, Νίκη, εκδ. Πατάκης, 2014)
  9. αθλητισμός που δεν ακολουθείται σε μικρή απόσταση από αντίπαλο παίκτη

noun ελεύθερος · ελεύθερη · ελεύθερο · ελεύθερου · ελεύθερης

  1. ιστορία που δεν είναι δούλος

Ελεύθερος²

Where it comes from

Ελεύθερος < ελεύθερος

proper noun Ελεύθερος · Ελευθέρου · Eleytheros

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ελεύθερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελεύθερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"ελεύθερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελεύθερος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}