ελιά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ελιά¹

  • eˈʎa

Where it comes from

ελιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλιά με συνίζηση < αρχαία ελληνική ἐλαία

noun ελιά · ελιές · ελιάς · ελιών

  1. δέντρο αιωνόβιο και αειθαλές δένδρο με στιλπνά ωοειδή φύλλα, στρεβλό (συνήθως) κορμό, με γκρίζο φλοιό και καρπό ωοειδούς σχήματος και πράσινο και σκληρό περικάρπιο, που, όταν ωριμάσει, μαυρίζει και μαλακώνει. Καλλιεργείται κυρίως στις μεσογειακές χώρες ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας
  2. τρόφιμο ο καρπός του ομώνυμου δέντρου, που γίνεται βρώσιμος με ποικίλες ειδικές επεξεργασίες και είναι η πηγή για το μαγειρικό λάδι Μου αρέσουν οι μαύρες ελιές.
  3. μελανόχρωμη κηλίδα του δέρματος που συνήθως εξέχει κι οφείλεται στην υπερβολική έκκριση μελανίνης έχει μια ελιά στο μάγουλο
  4. το κρέας από το σβέρκο βοοειδών, ο σβέρκος ※ Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
  5. ανατομία βουβώνας

Ελιά²

  • eˈʎa

Where it comes from

Ελιά < ελιά

proper noun Ελιά

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

proper noun Ελιά

  1. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ελιάς)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ελιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ελιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC

Chicago

"ελιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-06}
}