ελιγμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ελιγμός
Where it comes from
ελιγμός < αρχαία ελληνική ἑλιγμός (3,4. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική circonvolution)
noun ελιγμός · ελιγμοί · ελιγμού · ελιγμών · ελιγμό · ελιγμούς
- μικρή αλλαγή στην κατεύθυνση ενός κινούμενου, προκειμένου να αποφευχθεί κάποιο εμπόδιο
- καμπή που διακόπτει την ευθεία ανάπτυξη ενός δρόμου
- ενέργεια με την οποία επιδιώκεται να αποφευχθεί μια δύσκολη ή επικίνδυνη κατάσταση
- ενέργεια ή κίνηση που αποσκοπεί στην αλλαγή ή αναδιάταξη των εχθρικών δυνάμεων
Similar: μανούβρα, στροφή, στρίψιμο, στρατήγημα, υπεκφυγή
Thesaurus
noun
Similar: μανούβρα, στροφή, στρίψιμο, στρατήγημα, υπεκφυγή
In English
Talk about this word "ελιγμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ελιγμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CF%8C%CF%82 "ελιγμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ελιγμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}