ελικόρευμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ελικόρευμα

Where it comes from

ελικόρευμα < έλικ(α) + -ό- + ρεύμα, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική prop wash

noun ελικόρευμα · ελικορεύματα · ελικορεύματος · ελικορευμάτων

  1. αεροπορικός όρος ρεύμα αέρα που ωθείται προς τα πίσω και γύρω από την έλικα ενός ιπτάμενου μέσου ※ Οι ίδιοι κίνδυνοι ανακύπτουν όταν ελικοφόρα χρησιμοποιούν ανάστροφη ώση, αφού λόγω αυτής δημιουργείται ένας δυνατός άνεμος με κατεύθυνση προς τα πίσω (‘prop wash’ - ελικόρευμα), ο οποίος έχει παρόμοιες επιπτώσεις με το ‘jet blast’. (Γρηγορόπουλος, Εργασία @auth.gr)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ελικόρευμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελικόρευμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1

Chicago

"ελικόρευμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελικόρευμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}