ελλέβορος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ελλέβορος

Where it comes from

ελλέβορος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑλλέβορος

noun ελλέβορος · ελλέβοροι · ελλέβορου · ελλέβορων · ελλέβορο · ελλέβορους

  1. βοτανική πολυετές φυτό με τοξικές ιδιότητες, που χρησιμοποιόταν για θεραπευτικούς λόγους ※ Παραθέτοντας τα στοιχεία της μελέτης (...) ισχυρίζονται ότι ο μέγας στρατηλάτης είναι πιθανόν να δηλητηριάστηκε από το γνωστό στην αρχαιότητα φυτό ελλέβορος. (...) Το δηλητηριώδες φυτό ελλέβορος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού. Σε μεγαλύτερη ποσότητα μπορούσε να επι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ελλέβορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελλέβορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"ελλέβορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελλέβορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}