ελληνιστικός

Ελληνικά

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

ελληνιστικός

De dónde viene

ελληνιστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hellenistic ή γερμανική hellenistisch

adjetivo ελληνιστικός · ελληνιστική · ελληνιστικό · ελληνιστικού · ελληνιστικής

  1. ιστορία αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χρονική περίοδο από το θάνατο του Mεγάλου Aλεξάνδρου (323 π.Χ.) ως την ολοκληρωτική κατάκτηση της Mεσογείου από τους Pωμαίους (31 π.Χ.), κατά την οποία ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε στους λαούς που κατέκτησε ο Mακεδόνας βασιλιάς
  2. γλωσσολογία η ελληνιστική κοινή γλώσσα, η ελληνική γλώσσα των ελληνιστικών χρόνων, που διαμορφώθηκε με βάση την αρχαία αττική διάλεκτο επηρεασμένη κυρίως από ιωνικά στοιχεία και τοποθετείται χρονικά από το θάνατο του Mεγάλου Aλεξάνδρου ως τον 4ο-5ο αι. μ.Χ.

En inglés

  • Hellenistic of or relating to a period of Greek history

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"ελληνιστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελληνιστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ελληνιστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελληνιστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}