ελληνο-

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ελληνο-

  • e.li.no

Where it comes from

ελληνο- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑλληνο-, Ἑλλην- + -ο- < Ἕλλην

prefix ελληνο- · ελληνό- · ελλην-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει μερική καταγωγή από την Ελλάδα μαζί με κάποια άλλη χώρα ελληνοαμερικάνος
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει την ελληνική φύση μιας έννοιας ή ενός αντικειμένου ελληνοχριστιανός
  3. ελληνοαγγλικός
  4. ελληνοαλβανικός
  5. ελληνοαμερικανικός
  6. Ελληνοαμερικάνος, Ελληνοαμερικάνα
  7. ελληνογαλλικός
  8. ελληνογερμανικός
  9. Ελληνοεβραίος, Ελληνοεβραία
  10. ελληνοϊταλικός
  11. ελληνοκυπριακός
  12. Ελληνοκύπριος, Ελληνοκύπρια
  13. ελληνορωμαϊκός
  14. ελληνοτουρκικός
  15. ελληνοβαρεμένος
  16. ελληνογενής
  17. ελληνόγλωσσος
  18. ελληνοδιδάσκαλος
  19. ελληνοκεντρικός
  20. ελληνολάτρης
  21. ελληνομαθής
  22. ελληνομάχος
  23. ελληνόπουλο
  24. ελληνοπρέπεια
  25. ελληνορθόδοξος
  26. ελληνόφωνος
  27. ελληνοχριστιανικός
  28. ελληνοχριστιανός

In English

  • Helleno- relating to Greece of Greek culture

Talk about this word

Cite this
MLA

"ελληνο-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF-. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ελληνο-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF-

Chicago

"ελληνο-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF-.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ελληνο-},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF-},
  urldate = {2026-11-07}
}