εμβόλιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εμβόλιο
- eɱˈvo.li.o
Where it comes from
εμβόλιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμβόλιον < αρχαία ελληνική ἔμβολον < ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική vaccin)
noun εμβόλιο · εμβόλια · εμβολίου · εμβόλιου · εμβολίων
- ουσία που χορηγείται (συνήθως με ένεση) στον οργανισμό και συμβάλλει στην παραγωγή αντισωμάτων απ’ τον ίδιο τον οργανισμό, ώστε να αποκτήσει ανοσία, έναντι συγκεκριμένων παθογόνων μικροοργανισμών Το διπλό εμβόλιο διφθερίτιδας και τετάνου περιέχει ανατοξίνες διφθερίτιδας και τετάνου και χορηγείται ενδομυϊκά.
- μπόλι
In English
- vaccine substance given to stimulate a body’s production of antibodies and provide immun
Talk about this word "εμβόλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. εμβόλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%BF "εμβόλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εμβόλιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}