εμμηναρχή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εμμηναρχή
Where it comes from
εμμηναρχή < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική menarche < αρχαία ελληνική μήν + ἀρχή
noun εμμηναρχή · εμμηναρχές · εμμηναρχής · εμμηναρχών
- η πρώτη εμφάνιση εμμήνου ρύσεως σε θήλυ άτομο, η οποία σηματοδοτεί την έναρξη της αναπαραγωγικής λειτουργίας κατά την εφηβεία ※ Η ελάττωση της ηλικίας εμμηναρχής κατά τον τελευταίο αιώνα έχει συσχετισθεί με αύξηση στη συχνότητα εφηβικής εγκυμοσύνης καθώς και με αύξηση της επίπτωσης του καρκίνου μαστού. Η μείωση της ηλικίας εμμηναρχής έχει αποδοθεί, από παλαιότερες μελέτες στην αυξημένη προσφορά και στη βελτιωμένη ποιότητα
Opposite: εμμηνόπαυση
Thesaurus
noun
Opposite: εμμηνόπαυση
In English
- menarche first menstruation
Talk about this word "εμμηναρχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. εμμηναρχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE "εμμηναρχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εμμηναρχή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}