εμπάθεια
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εμπάθεια
- e(m)ˈba.θi.a
Where it comes from
εμπάθεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμπάθεια (ισχυρό πάθος) < αρχαία ελληνική ἐμπαθής < → δείτε τη λέξη πάσχω. Μορφολογικά αναλύεται σε εμ- + -πάθεια
noun εμπάθεια · εμπάθειες · εμπάθειας · εμπαθειών
- έντονα αρνητικά συναισθήματα, εχθρότητα, πάθος εναντίον κάποιου Η εμπάθεια απέναντι στον Χ τον κάνει να χάνει τη συνηθισμένη ψυχραιμία και ευθυκρισία του.
-
η πλήρωση της ψυχής με αμαρτωλά πάθη
※ Λέει και ο άγιος Ηλίας ο 'Εκδικος: «Κακή ύλη του σώματος είναι η εμπάθεια· της ψυχής, η ηδυπάθεια· του νου η προσπάθεια (η εμπαθής κλίση). Της πρώτης όργανο είναι η αφή· της δεύτερης, οι λοιπές αισθήσεις· της τελευταίας, η διάθεση εναντιώσεως». (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, ε' 88).
Similar: ηδυπάθεια, προσπάθεια · Opposite: απάθεια
In English
- prejudice irrational hostile attitude
- malice intention to harm
- malevolence hostile attitude or feeling
Talk about this word "εμπάθεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εμπάθεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "εμπάθεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εμπάθεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}