εμπιστεύομαι
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
εμπιστεύομαι
- em.biˈste.vo.me
它从哪里来
εμπιστεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπιστεύομαι < ἐν (εμ-) + πιστεύω -ομαι
动词 εμπιστεύομαι · εμπιστεύτηκα · εμπιστεύθηκα
- έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον δεν μπορεί κανείς να τον εμπιστευτεί, δεν τηρεί ποτέ το λόγο του
- αφήνω κάτι στη φύλαξη κάποιου στον οποίο έχω εμπιστοσύνη ο καταζητούμενος εξαπάτησε πολλούς που του εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους
- φανερώνω ένα μυστικό σε κάποιον του εμπιστεύτηκα κάτι και το είπε σε όλο τον κόσμο
英语
讨论这个词 "εμπιστεύομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. εμπιστεύομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "εμπιστεύομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {εμπιστεύομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}