εμπλοκή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εμπλοκή
Where it comes from
εμπλοκή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω
noun εμπλοκή · εμπλοκές · εμπλοκής · εμπλοκών
- η συναρμογή γραναζιών και άλλων στοιχείων ενός μηχανισμού κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του
- το σταμάτημα της λειτουργίας ενός όπλου ή κάποιου μηχανισμού λόγω δυσλειτουργιών στα κινητά τους εξαρτήματα
- η ανάμειξη σε μια δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση
- δυσλειτουργία ή ατυχία που περιπλέκει ή παρεμποδίζει μια εξέλιξη ή υπόθεση
- οι επαναλαμβανόμενες υπηρεσίες και υποχρεώσεις που ανατίθενται σε στρατιώτες ή στρατιωτικούς, χωρίς άδεια εξόδου
In English
- imbroglio complicated situation, entanglement
Talk about this word "εμπλοκή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. εμπλοκή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE "εμπλοκή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εμπλοκή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}