εμπλοκή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εμπλοκή

Where it comes from

εμπλοκή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω

noun εμπλοκή · εμπλοκές · εμπλοκής · εμπλοκών

  1. η συναρμογή γραναζιών και άλλων στοιχείων ενός μηχανισμού κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του
  2. το σταμάτημα της λειτουργίας ενός όπλου ή κάποιου μηχανισμού λόγω δυσλειτουργιών στα κινητά τους εξαρτήματα
  3. figuratively, μεταφορικά η ανάμειξη σε μια δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση
  4. figuratively, μεταφορικά δυσλειτουργία ή ατυχία που περιπλέκει ή παρεμποδίζει μια εξέλιξη ή υπόθεση
  5. slang, στρατιωτική αργκό οι επαναλαμβανόμενες υπηρεσίες και υποχρεώσεις που ανατίθενται σε στρατιώτες ή στρατιωτικούς, χωρίς άδεια εξόδου

In English

  • imbroglio complicated situation, entanglement

Talk about this word

Cite this
MLA

"εμπλοκή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εμπλοκή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE

Chicago

"εμπλοκή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εμπλοκή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}