εμπόρευμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εμπόρευμα

  • emˈbo.ɾev.ma

Where it comes from

εμπόρευμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπόρευμα < ἐμπορεύομαι < ἔμπορος < ἐν + πόρος < πέρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (περνώ, διαπερνώ)

noun εμπόρευμα · εμπορεύματα · εμπορεύματος · εμπορευμάτων

  1. ό,τι εμπορεύεται κάποιος, ό,τι πουλιέται ή αγοράζεται για εμπορικούς λόγους ※ H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/202

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εμπόρευμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εμπόρευμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1

Chicago

"εμπόρευμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εμπόρευμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}