εμφάνιση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εμφάνιση

  • eɱˈfa.ni.si

Where it comes from

εμφάνιση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμφάνι(σις) (παρουσίαση) + -ση

noun εμφάνιση · εμφανίσεις · εμφάνισης · εμφανίσεων

  1. η μορφή, το παρουσιαστικό κάποιου ατόμου, το πώς φαίνεται στους άλλους
  2. Φοράει ό,τι ρούχα νάναι, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την εμφάνισή της.
  3. φωτογραφία η διαδικασία δημιουργίας φωτογραφιών από φιλμ Έδωσα το φιλμ για εμφάνιση.
  4. especially, φωτογραφία, ειδικότερα το πρώτο στάδιο της εμφάνισης, πριν τη στερέωση
  5. φωτογραφία το χημικό υλικό που χρησιμοποιείται για την εμφάνιση Αγόρασα τρία μπουκάλια εμφάνιση και ένα στερέωση.

    Similar: εμφανιστής, εμουλσιόν

In English

  • entrance action of entering, or going in
  • appearance the coming into court of either of the parties

Talk about this word

Cite this
MLA

"εμφάνιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εμφάνιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7

Chicago

"εμφάνιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εμφάνιση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}