εμψυχωτής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εμψυχωτής

  • em.psi.xoˈtis

Where it comes from

εμψυχωτής < εμψυχώ(νω) + -τής

:* για τη σημασία «επαγγελματίας που εμψυχώνει» < → λείπει η ετυμολογία

:* για τον «επαγγελματία που οργανώνει πάρτι» < → λείπει η ετυμολογία

noun εμψυχωτής · εμψυχωτές · εμψυχωτή · εμψυχωτών

  1. αυτός που εμψυχώνει, που δίνει θάρρος
  2. neologism, νεολογισμός, επάγγελμα επαγγελματίας που εμψυχώνει και ευαισθητοποιεί ανθρώπους ή ομάδες ώστε να πετύχουν ένα στόχο που έχουν βάλει. Ιδιαίτερα σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. → χρειάζεται παράθεμα
  3. neologism, νεολογισμός, επάγγελμα οργανώνει δραστηριότητες σε πάρτι / κοινωνικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα για παιδιά ※ Στις Hνωμένες Πολιτείες εργάζομαι ως σεναριογράφος / εμψυχωτής εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων σε παιδικό μουσείο (Σοφία Μαντουβάλου, Το φάντασμα του μαυροπίνακα, εκδ. Πατάκη, 2016 https://books.google.gr/books?id=2BYDDAAAQBAJ&lpg=PT127&dq=%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82&pg=PT1

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εμψυχωτής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εμψυχωτής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"εμψυχωτής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εμψυχωτής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CF%88%CF%85%CF%87%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}