εν
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εν
Where it comes from
εν < αρχαία ελληνική ἐν
preposition εν
- Αρχαίο επίρρημα ἐν που ενσωματωνόταν σε ρήματα και που μόνο του γρήγορα μεταβλήθηκε σε πρόθεση. Σήμερα βρίσκεται κυρίως σε εκφράσεις αρχαιοπρεπείς, λόγιες ή αρχαιοελληνικές, συνοδεύεται με δοτική και σημαίνει με (κάποιον ή κάτι) ή σε/στον/στην κλπ. -μερικές από αυτές τις εκφράσεις έχουν συγχωνευθεί, πλέον, σε μία λέξη
number εν
- παλαιότερη αλλά εν χρήσει προφορά του αριθμητικού ένα, ουδετέρου του αριθμητικού ένας εν-δυο : παράγγελμα στη γυμναστική
particle εν
- δεν εν έσιει (δεν έχει)
verb εν
- είναι εν πολλά γευσάτον (είναι πολύ νόστιμο)
In English
- en name of the letter N, n
Talk about this word "εν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD. Accessed 6 Nov. 2026. εν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD "εν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD.
Cite this
MLA
APA
Chicago
BibTeX
@misc{micwyn_2026,
title = {εν},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD},
urldate = {2026-11-06}
}