εν περιλήψει
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
εν περιλήψει
어원
εν περιλήψει < (καθαρεύουσα) ἐν, περιλήψει (δοτική ενικού του περίληψις) → δείτε τις λέξεις εν και περίληψη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
구 εν περιλήψει
- με περίληψη, περιληπτικά, σύντομα το όλο θέμα εν περιλήψει έχει ως ακολούθως
비슷한 말: εν συντομία, εν ολίγοις · 반의어: εν εκτάσει
유의어·반의어
구
비슷한 말: εν συντομία, εν ολίγοις · 반의어: εν εκτάσει
이 단어에 대해 이야기하기 "εν περιλήψει." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%20%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. εν περιλήψει. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%20%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9 "εν περιλήψει." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%20%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {εν περιλήψει},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%20%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B5%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}