ενέργεια

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενέργεια

  • eˈneɾ.ʝi.a

Where it comes from

ενέργεια < σημασία 1: αρχαία ελληνική ἐνέργεια

: σημασίες 2 και 3: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική énergie και αγγλική energy < υστερολατινική energeia > αρχαία ελληνική ἐνέργεια

: σημασία 4: κατά την σημασία «επιδρώ» (για φάρμακο, ουσία) του ρήματος «ενεργώ»

noun ενέργεια · ενέργειες · ενέργειας · ενεργειών

  1. η ανθρώπινη πράξη
  2. φυσική η θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί ※ Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας
  3. figuratively, μεταφορικά ενεργητικότητα, ζωντάνια Είναι γεμάτος ενέργεια.
  4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου (παρενέργεια)

In English

  • action something done so as to accomplish a purpose
  • act statute

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενέργεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενέργεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"ενέργεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενέργεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}