ενδογενής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ενδογενής
- en.ðo.ʝeˈnis
Where it comes from
ενδογενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνδογενής. Συγχρονικά αναλύεται σε ενδο- + -γενής.
adjective ενδογενής · ενδογενές · ενδογενούς
- που δημιουργείται από εσωτερικά αίτια, χωρίς εξωτερικούς παράγοντες
- που γεννιέται μέσα στον ίδιο του τον οργανισμό
- ενδογενής διεργασία : η δραστηριότητα στο εσωτερικό της Γης που προκαλεί φαινόμενα (εκρήξεις, σεισμοί κ.λπ.) στην επιφάνειά της
- ενδογενές πέτρωμα : το πέτρωμα που προέρχεται από υλικά του εσωτερικού της Γης
- ενδογενή : τα ανατομικά στοιχεία του φυτού, που δημιουργούνται από τα εσωτερικά κύτταρα των ιστών του
Opposite: εξωγενής
Thesaurus
adjective
Opposite: εξωγενής
In English
- endogenous produced, originating or growing from within
Talk about this word "ενδογενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ενδογενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82 "ενδογενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ενδογενής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}