ενδογενής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενδογενής

  • en.ðo.ʝeˈnis

Where it comes from

ενδογενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνδογενής. Συγχρονικά αναλύεται σε ενδο- + -γενής.

adjective ενδογενής · ενδογενές · ενδογενούς

  1. που δημιουργείται από εσωτερικά αίτια, χωρίς εξωτερικούς παράγοντες
  2. που γεννιέται μέσα στον ίδιο του τον οργανισμό
  3. γεωλογία ενδογενής διεργασία : η δραστηριότητα στο εσωτερικό της Γης που προκαλεί φαινόμενα (εκρήξεις, σεισμοί κ.λπ.) στην επιφάνειά της
  4. γεωλογία ενδογενές πέτρωμα : το πέτρωμα που προέρχεται από υλικά του εσωτερικού της Γης
  5. βοτανική ενδογενή : τα ανατομικά στοιχεία του φυτού, που δημιουργούνται από τα εσωτερικά κύτταρα των ιστών του

Opposite: εξωγενής

Thesaurus

adjective

Opposite: εξωγενής

In English

  • endogenous produced, originating or growing from within

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενδογενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενδογενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"ενδογενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενδογενής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}