ενδοκρινολόγος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενδοκρινολόγος

Where it comes from

ενδοκρινολόγος < ενδοκριν(ής) + -ο- + -λόγος ( < λέγω) λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική endocrinologist

noun ενδοκρινολόγος · ενδοκρινολόγοι · ενδοκρινολόγου · ενδοκρινολόγων · ενδοκρινολόγο · ενδοκρινολόγους

  1. ιατρική, επάγγελμα γιατρός που ασχολείται με ασθένειες που επηρεάζουν τους ενδοκρινείς αδένες και γνωρίζει πώς να αντιμετωπίζει καταστάσεις που συχνά είναι σύνθετες και περιλαμβάνουν πολλά συστήματα και σχηματισμούς του ανθρώπινου οργανισμού. Ο παθολόγος παραπέμπει τους ασθενείς σε ένα ενδοκρινολόγο, όταν υπάρχει πρόβλημα με το ενδοκρινικό σύστημα.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενδοκρινολόγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενδοκρινολόγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"ενδοκρινολόγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενδοκρινολόγος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}