ενδοκυβερνητικός

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

ενδοκυβερνητικός

De unde vine

ενδοκυβερνητικός < ενδο- + κυβερνητικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική intergovernmental)

adjectiv ενδοκυβερνητικός · ενδοκυβερνητική · ενδοκυβερνητικό · ενδοκυβερνητικού · ενδοκυβερνητικής

  1. πολιτική που αναφέρεται στις σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα μέλη μιας κυβέρνησης ή οι πολιτικοί σχηματισμοί που την στηρίζουν Σε νέα σύσκεψη των κυβερνητικών εταίρων εντός των επομένων εικοσιτετραώρων, αν και ακόμα δεν έχει προσδιοριστεί πότε ακριβώς θα γίνει, παραπέμπεται η επίλυση των ενδοκυβερνητικών τριβών. (*)

Opus: εξωκυβερνητικός

Sinonime și antonime

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"ενδοκυβερνητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενδοκυβερνητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ενδοκυβερνητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενδοκυβερνητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}