ενδοσκόπηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενδοσκόπηση

  • en.ðoˈsko.pi.si

Where it comes from

ενδοσκόπηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδοσκόπη(σις) + -ση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική endoscopie > ενδοσκοπη- (ενδοσκοπώ) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε ενδο- + -σκόπηση. Συγκρίνετε με το ενδοσκοπία.

:* για την ψυχολογία: < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική introspection

noun ενδοσκόπηση · ενδοσκοπήσεις · ενδοσκόπησης · ενδοσκοπήσεων

  1. ιατρική η εξέταση των φυσικών κοιλοτήτων του σώματος χάρη σε ένα ειδικό όργανο, το ενδοσκόπιο

    Similar: ενδοσκοπία

  2. ψυχολογία η ανάλυση της συνείδησης, αυτοπαρατήρηση, η εξέταση του εσωτερικού μας κόσμου από τους ίδιους εμάς

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενδοσκόπηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενδοσκόπηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"ενδοσκόπηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενδοσκόπηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}