ενδόμυχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ενδόμυχος
- enˈðo.mi.xos
Where it comes from
ενδόμυχος < αρχαία ελληνική ἐνδόμυχος (που βρίσκεται στο βάθος του σπιτιού)
adjective ενδόμυχος · ενδόμυχη · ενδόμυχο · ενδόμυχου · ενδόμυχης
- που βρίσκεται στο βάθος του νου, της συνείδησης, της σκέψης ή της ψυχής ※ Οι Έλληνες, αν κι έχουν μερικά κοινά ελαττώματα με τους Ιταλούς, είχανε πάντα γι' αυτούς μια ενδόμυχη περιφρόνηση - τους θεωρούσανε τζερεμέδες. Κι ήταν και τουτο ένας παράγοντας που συντέλεσε στο «αλβανικό έπος». Ένας άλλος παράγοντας, που πολύ λίγοι τον πρόσεξαν κι ακόμα πιο λίγοι τον επισήμαναν,
In English
- intimate of or involved in a sexual relationship
Talk about this word "ενδόμυχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ενδόμυχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82 "ενδόμυχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ενδόμυχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CF%85%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}