מיקווין

ενεργητικός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ενεργητικός

  • e.neɾ.ʝi.tiˈkos

מאיפה זה בא

ενεργητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεργητικός

שם תואר ενεργητικός · ενεργητική · ενεργητικό · ενεργητικού · ενεργητικής

  1. που είναι ενεργός και σχετικά δραστήριος → χρειάζεται παράθεμα
  2. γραμματική που δείχνει ότι το υποκείμενο ενεργεί → χρειάζεται παράθεμα
  3. που παίζει τον ρόλο του άντρα σε ομοφυλόφιλη σχέση → χρειάζεται παράθεμα

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ενεργητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενεργητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ενεργητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενεργητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}