ενθαλπία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ενθαλπία
Where it comes from
ενθαλπία < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική enthalpy, νεολογισμός του 20ου αιώνα (< ἐνθάλπω < ἐν + θάλπω) κατά τα entropy, energy. Στα αρχαία ελληνικά δεν υπάρχει ουσιαστικό *-θαλπία, αλλά ἡ θάλψις, τὸ θάλπος
noun ενθαλπία · ενθαλπίες · ενθαλπίας · ενθαλπιών
- θερμοδυναμικό μέγεθος που αντιπροσωπεύει το ολικό ποσό θερμότητας που περιέχει ένα θερμοδυναμικό σύστημα ορίζεται από την εξίσωση H=E+pV,, όπου το Ε συμβολίζει την ενέργεια του συστήματος, το p την πίεση και το V τον όγκο
Similar: περιεχόμενη θερμότητα, περιεχομένη θερμότης
Thesaurus
noun
Similar: περιεχόμενη θερμότητα, περιεχομένη θερμότης
In English
- enthalpy a measure of the heat content
Talk about this word "ενθαλπία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ενθαλπία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B1 "ενθαλπία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ενθαλπία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CF%80%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}