εννοιολογικός
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
εννοιολογικός
מאיפה זה בא
εννοιολογικός < έννοια + -ο- + λογικός
שם תואר εννοιολογικός · εννοιολογική · εννοιολογικό · εννοιολογικού · εννοιολογικής
- που έχει σχέση με μια έννοια ή εννοιολογία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
דומה: εννοιακός
מילים נרדפות והפכים
שם תואר
דומה: εννοιακός
באנגלית
- conceptual of, or relating to concepts or mental conception; existing in the imagination
לדבר על המילה הזו "εννοιολογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εννοιολογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εννοιολογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {εννοιολογικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}