ενοφθαλμίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ενοφθαλμίζω
Where it comes from
ενοφθαλμίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνοφθαλμίζω < ἐν + ὀφθαλμός
verb ενοφθαλμίζω · ενοφθάλμισα · ενοφθαλμίζομαι · ενοφθαλμίστηκα · ενοφθαλμισμένος
-
εφαρμόζω ενοφθαλμισμό σε φυτό
Similar: εγκεντρίζω, εμβολιάζω, εμφυλλίζω, κεντρώνω, μπολιάζω, μεταμοσχεύω
- εισάγω και χρησιμοποιώ με δημιουργικό τρόπο ※ Θα ήταν ωστόσο λάθος να πούμε ότι η Αμοργός του Γκάτσου αναδύεται αποκλειστικά από αυτό το σκηνικό. Στην πραγματικότητα κατάγεται από τη δεκαετία του τριάντα και από τις τότε αναζητήσεις στην Ελλάδα να βρεθεί ένας τρόπος γραφής που να ενοφθαλμίζει στα εντόπια τους ευρωπαϊκούς τρόπους. (*avgi.gr)
- εμβολιάζω
Talk about this word "ενοφθαλμίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%86%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ενοφθαλμίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%86%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ενοφθαλμίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%86%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ενοφθαλμίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%86%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}