ενοχλώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενοχλώ

  • e.noˈxlo

Where it comes from

ενοχλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνοχλῶ, συνηρημένος τύπος του ἐνοχλέω < ἐν + ὀχλέω < ὄχλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woǵʰlos < *weǵʰ (φέρω, μεταφέρω)

verb ενοχλώ · ενοχλούσα · ενοχλήσω · ενόχλησα · ενοχλούμαι · ενοχλήθηκα

  1. πειράζω κάποιον και τον στεναχωρώ σε κάποιο βαθμό, τον δυσαρεστώ ή του χαλάω την ησυχία ή την ηρεμία του ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενοχλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενοχλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%BB%CF%8E

Chicago

"ενοχλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενοχλώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%87%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}