Μίκουιν

ενσαρκώνω

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

ενσαρκώνω

Από πού έρχεται

ενσαρκώνω < ελληνιστική κοινή ἐνσαρκόομαι < ἔνσαρκος < αρχαία ελληνική σάρξ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική incarner)

ρήμα ενσαρκώνω · ενσαρκώνομαι · ενσάρκωνα · θα ενσαρκώνω · να ενσαρκώνω

  1. δίνω σωματική ή υλική υπόσταση σε κάτι άυλο

Στα αγγλικά

  • embody represent in a physical form; to incarnate or personify
  • incarnate to embody in flesh

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"ενσαρκώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενσαρκώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"ενσαρκώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενσαρκώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}