ενσταντανέ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενσταντανέ

  • en.stan.taˈne

Where it comes from

ενσταντανέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική instantané Συγκρίνετε με το στιγμιογράφηση και το στιγμιότυπο.

noun ενσταντανέ

  1. η φωτογράφιση σε συγκεκριμένη στιγμή, στιγμιαία φωτογραφία

    Similar: στιγμιογράφηση

  2. το στιγμιότυπο ※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.
  3. η αποτύπωση μιας σκηνής όπως συμβαίνει αυθόρμητα, χωρίς σκηνοθεσία

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενσταντανέ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενσταντανέ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AD

Chicago

"ενσταντανέ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενσταντανέ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AD},
  urldate = {2026-11-07}
}