मिकविन

εντάσσω

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

εντάσσω

यह कहाँ से आया

εντάσσω < αρχαία ελληνική ἐντάσσω

क्रिया εντάσσω · ενέτασσα · θα εντάσσω · να εντάσσω · εντάσσοντας

  1. ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω, προσθέτω, βάζω μέσα, τοποθετώ ※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.).

अंग्रेज़ी में

  • subsume to place under another as belonging to it
  • integrate to include as a constituent part or functionality

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"εντάσσω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εντάσσω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89

Chicago

"εντάσσω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εντάσσω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%83%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}