米克温

ενταφιασμός

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

ενταφιασμός

它从哪里来

ενταφιασμός < (ελληνιστική κοινή) ἐνταφιασμός < ἐνταφιάζω < αρχαία ελληνική τάφος < θάπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰembʰ-

名词 ενταφιασμός · ενταφιασμοί · ενταφιασμού · ενταφιασμών · ενταφιασμό · ενταφιασμούς

  1. η ταφή, το θάψιμο
  2. figuratively, μεταφορικά το οριστικό κλείσιμο μιας υπόθεσης

相近词: ενταφίαση, χώσιμο, παράχωμα

同义词与反义词

英语

  • interment The act of burying a dead body; burial

讨论这个词

引用
MLA

"ενταφιασμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενταφιασμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ενταφιασμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενταφιασμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}