εντεύθεν

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εντεύθεν

  • e(n)ˈde.fθen

Where it comes from

εντεύθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐντεῦθεν.

adverb εντεύθεν

  1. adverb, τοπικό επίρρημα από αυτό το τοπικό σημείο και πέρα εντεύθεν και εκείθεν
  2. adverb, χρονικό επίρρημα από αυτό το χρονικό σημείο και μετά Από το 2015 και εντεύθεν.
  3. επιθετικοποιημένο αυτός που προκύπτει, απορρέει από κάτι η ζημία και η εντεύθεν αποζημίωση

preposition εντεύθεν

  1. με γενική για χώρο που εκτείνεται από ορισμένο τοπικό σημείο και προς την θέση του ομιλητή· από εδώ, από αυτό το σημείο και πέρα εντεύθεν του Δουνάβεως

Talk about this word

Cite this
MLA

"εντεύθεν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εντεύθεν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CE%BD

Chicago

"εντεύθεν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εντεύθεν},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}