εντοπίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εντοπίζω
Where it comes from
εντοπίζω < ελληνιστική κοινή ἐντοπίζω < ἐν + αρχαία ελληνική τόπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική localiser)
verb εντοπίζω · εντοπίζομαι · εντόπιζα · θα εντοπίζω · να εντοπίζω
- βρίσκω τον τόπο που υπάρχει κάποιος ή κάτι ※ Νυχτερίδα: το ζωντανό ηχητικό ραντάρ. Η νυκτερίδα εκπέμπει υπερήχους τους οποίους χρησιμοποιεί για να προσανατολίζεται και να εντοπίζει το θήραμά της (Νικόλαος Αντωνίου, Παναγιώτης Δημητριάδης, Κωνσταντίνος Καμπούρης, Κωνσταντίνος Παπαμιχάλης, Λαμπρινή Παπατσίμπα, Φυσική (Γ' Γυμνασίου) - Βιβλίο Μα
- βρίσκω, ανακαλύπτω ※ Νοτιότερα του ηγεμονικού τάφου 5, στην κατώτερη σειρά των τάφων, εντοπίστηκε ο θαλαμωτός τάφος 6, μετά την κατάρρευση καμένου δένδρου, που είχε φυτρώσει επάνω από τον ταφικό θάλαμο (Αρχαιολογικόν Δελτίον Χρονικά, μέρος Β, τόμος 64, τεύχος 1, 2009, σελ. 380)
- περιορίζω κάτι σε κάποιον τόπο
In English
- locate to place; to set in a particular spot or position
- track down to search, hunt
- pinpoint locate precisely
Talk about this word "εντοπίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εντοπίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89 "εντοπίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εντοπίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}