εντροπία
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
εντροπία
Nó đến từ đâu
εντροπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία en- ( < αρχαία ελληνική ἐν) + trop- ( < (αρχαία ελληνική τροπή (στροφή, < τρέπω) + κατάληξη γερμανικά ή γαλλικά -ie ή αγγλικά -y ( < αρχαία ελληνικά -ία) < γερμανική Entropie, όρος δημιουργημένος από τον θεμελιωτή των νόμων της θερμοδυναμικής Rudolf Clausius (Ρούντολφ Κλάουζιους) τη δεκαετία του 1860. Δεν προέρχεται από την αρχαία λέξη ἐντροπία > ἐντροπή > ντροπή ή το ρήμα ἐντρέπω.
danh từ εντροπία · εντροπίες · εντροπίας · εντροπιών
- το μέτρο της άχρηστης ή διεσπαρμένης ενέργειας που δεν μπορεί να παράγει έργο σε ένα θερμοδυναμικό σύστημα όταν αυτό εξελίσσεται προς κατάσταση αταξίας σύμβολίζεται με: S
- ο βαθμός ανταγωνισμού δύο δυνατών απαντήσεων σε ένα ζητούμενο
- η τάση προς αταξία, αποσύνθεση και αποδιοργάνωση, η ροπή προς την εξάντληση της ενέργειας, την παύση της ζωής
Bằng tiếng Anh
- entropy term in thermodynamics
Trò chuyện về từ này "εντροπία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εντροπία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1 "εντροπία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {εντροπία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}