ミクウィン

εντύπωση

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

εντύπωση

  • enˈdi.po.si

由来

εντύπωση < ελληνιστική κοινή ἐντύπωσις < αρχαία ελληνική ἐντυπόω / ἐντυπῶ < ἔντυπος < ἐν + τύπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική impression)

名詞 εντύπωση · εντυπώσεις · εντύπωσης · εντυπώσεων

  1. ψυχολογία η αποτύπωση στη συνείδηση κάποιου ενός γεγονότος, ερεθίσματος κ.λπ. ※ Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
  2. η (κάπως αβέβαιη, ατεκμηρίωτη και ανολοκλήρωτη) ιδέα ή γνώμη που σχηματίζει κάποιος

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"εντύπωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

εντύπωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"εντύπωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εντύπωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}