ενόρμηση

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

ενόρμηση

D'où il vient

ενόρμηση (μαρτυρείται από το 1892) < καθαρεύουσα ἐνόρμη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἐνορμάω + -σις (απόδοση για την αγγλική pulsion ή μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Trieb)

nom ενόρμηση · ενορμήσεις · ενόρμησης · ενορμήσεων

  1. ψυχολογία, ψυχιατρική, ψυχανάλυση εσωτερική, κυρίως ασυνείδητη ψυχοσωματική ώθηση που κινητοποιεί]] τη συμπεριφορά με στόχο την εκφόρτιση της έντασης και την ικανοποίηση βασικών αναγκών ※ Ο Freud θεωρούσε πως οι πρώτες αλληλεπιδράσεις των βρεφών με το κοινωνικό τους περίγυρο, και πιο συγκεκριμένα με τα άτομα που τα φροντίζουν, καθορίζουν την προσωπικότητα και την κοινωνική τους ανάπτυξη. Ενστερνιζόταν ότι τα ανθρώπινα όντα κινητοποιούνταν κυρίως από βιολογικές ενορμήσεις. Όταν δηλα

Parler de ce mot

Citer
MLA

"ενόρμηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενόρμηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"ενόρμηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενόρμηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}