ενότητα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ενότητα

  • eˈno.ti.ta

Where it comes from

ενότητα < αρχαία ελληνική ἑνότης < εἷς

noun ενότητα · ενότητες · ενότητας · ενοτήτων

  1. η ιδιότητα εκείνη της έλλειψης αποσχιστικών ή διαιρετικών τάσεων η συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή αίσθηση ενότητας
  2. η εμφάνιση κάποιων προσώπων ή πραγμάτων ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά
  3. especially, ειδικότερα το χαρακτηριστικό του (γραπτού ή προφορικού) λόγου κατά το οποίο τα επιμέρους στοιχεία του συνδέονται ή συγκλίνουν προς συγκεκριμένο θεματικό κέντρο
  4. broadly, κατ’ επέκταση το επιμέρους τμήμα ενός κειμένου με συγκεκριμένο θεματικό κέντρο και αυτοτέλεια
  5. πληροφορική ή σύνθετη εντολή, είναι αυτοτελές κομμάτι κώδικα (Αγγλ. block) μιας γλώσσας προγραμματισμού, όπως ο κώδικας που περιέχεται σε ένα υποπρόγραμμα. Επεκτείνοντας την έννοια, μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα ολόκληρο πρόγραμμα είναι μία ενότητα (block) που περιέχει άλλες μικρότερες ενότητες. Στη γλώσσα προγραμματισμού C τα άγκιστρα {...} χρησιμοποιούνται και για να υποδηλώσουν τα όρια (έκταση) μίας ενότητας

In English

  • unity state of being one or undivided

Talk about this word

Cite this
MLA

"ενότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ενότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"ενότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ενότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}