εξάντληση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξάντληση

  • eˈksand.li.si

Where it comes from

εξάντληση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξάντλησις (καταιονισμός) < αρχαία ελληνική ἐξαντλέω / ἐξαντλῶ < ἀντλέω < ἄντλος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική épuisement)

noun εξάντληση · εξαντλήσεις · εξάντλησης · εξαντλήσεων

  1. το τελείωμα κάποιων πραγμάτων, επειδή καταναλώθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν
  2. η υπέρμετρη μείωση μέχρις εξαφανίσεως
  3. η εξασθένιση, η μείωση της αντοχής ※ μισοπεθαμένος από την πείνα και την εξάντληση, πληγωμένος, και γεμάτος αίματα, είχε ξαπλωθεί σ' ένα χαντάκι για να πεθάνει. (Πηνελόπη Δέλτα , Μάγκας/Κεφάλαιο ΙΕ, Μάγκας, Κεφάλαιο ΙΕ, 1937)
  4. η αναλυτική πραγμάτευση ή έρευνα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξάντληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξάντληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"εξάντληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξάντληση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}