εξάρτυση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξάρτυση
Where it comes from
εξάρτυση < ελληνιστική κοινή ἐξάρτυσις < αρχαία ελληνική ἐξαρτύω
noun εξάρτυση · εξαρτύσεις · εξάρτυσης · εξαρτύσεων
- το σύνολο των ατομικών ειδών που φέρει ένας στρατιώτης, αστυνομικός κ.λπ., εκτός από τον οπλισμό του, για τη διαβίωση και τη μετακίνησή του ※ Οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί με πλήρη εξάρτυση, προκειμένου να παρέμβουν. (www.tovima.gr, 02.05.2024)
- ειδική ζώνη με τιράντες και θήκες, σχεδιασμένη για τη μεταφορά πυρομαχικών και άλλων χρήσιμων εξαρτημάτων (φυσιγγιοθήκες, ξιφολόγχη, υδροδοχείο κ.λπ.)
- κάθε σύνολο εξαρτημάτων ή εξοπλισμού που απαιτείται για την εκτέλεση συγκεκριμένης δραστηριότητας ή εργασίας ※ Βρίσκομαι σε μια τουριστική ευρωπαϊκή χώρα του Νότου. Στους επαρχιακούς δρόμους, ορισμένοι υπό ανακατασκευή, άλλοι με πολύ φθαρμένο οδόστρωμα, όσοι χρησιμοποιούν μηχανές έχουν πλήρη εξάρτυση μοτοσικλετιστή. Το ίδιο ισχύει και για τους ποδηλάτες. (www.kathimerini.gr29.09.2024)
In English
- outfit set of clothing
Talk about this word "εξάρτυση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. εξάρτυση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%83%CE%B7 "εξάρτυση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξάρτυση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}