εξάτμιση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξάτμιση

Where it comes from

εξάτμιση < (ελληνιστική κοινή)

noun εξάτμιση · εξατμίσεις · εξάτμισης · εξατμίσεων

  1. φυσική το φυσικό φαινόμενο της εξαέρωσης κατά το οποίο μετατρέπεται σε αέριο μόνο η επιφάνεια του υγρού ※ Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)
  2. απαγωγό εξάρτημα κινητήρα εσωτερικής καύσης από το οποίο αποβάλλονται τα αέρια υπόλοιπα της καύσης ※ Περπάτησε βιαστική ως τη διεύθυνση που της έδωσε ο Λουκάς, ανάμεσα σε θορύβους και πρωινές εξατμίσεις του κέντρου, μηχανάκια, πεζοδρόμια φαγωμένα και αλεσμένα στην καθημερινή πολυάσχολη κίνηση μιας εργάσιμης μέρας (Σοφία Γιαννάτου, Καΐκια στην άσφαλτο, εκδ. Νεφέλη, 2007, σελ. 311)

In English

  • exhaust system consisting of the parts of an engine through which burned gases or steam
  • evaporation process of liquid converting to the gaseous state
  • exhaust pipe pipe that vents waste gases from the engine

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξάτμιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξάτμιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7

Chicago

"εξάτμιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξάτμιση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%84%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}