εξέδρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξέδρα
Where it comes from
εξέδρα < εξ + έδρα < αρχαία ελληνική ἐξέδρα (βοηθητικό οίκημα, καλύβα, στοά) < ἐξ + ἕδρα)
noun εξέδρα · εξέδρες · εξέδρας · εξεδρών
- υπερυψωμένη κατασκευή (συνήθως ξύλινη), για διάφορους σκοπούς ※ Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνστα
In English
Talk about this word "εξέδρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εξέδρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1 "εξέδρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξέδρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B4%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}