εξέταση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξέταση

  • eˈkse.ta.si

Where it comes from

εξέταση < αρχαία ελληνική ἐξέτασις

noun εξέταση · εξετάσεις · εξέτασης · εξετάσεων

  1. η ενέργεια του ρήματος εξετάζω
  2. η προσεκτική παρατήρηση και έρευνα ενός αντικειμένου που αποσκοπεί στην καλύτερη γνώση του η εξέταση των αιτίων ενός ιστορικού γεγονότος
  3. ιατρική η προσεκτική παρατήρηση ενός ασθενούς, συχνά με τη βοήθεια ιατρικών οργάνων, προκειμένου να διαγνωστεί η ασθένειά του
  4. ιατρική η εργαστηριακή έρευνα σωματικού υλικού (πχ αίματος, ούρων, ιστών κλπ)
  5. στην εκπαίδευση η διαδικασία με την οποία ο διδάσκων κάνει ερωτήσεις προφορικά ή γραπτά σε έναν μαθητή προκειμένου να τον βαθμολογήσει (στον πληθυντικό) η διαδικασία και η περίοδος των γραπτών διαγωνισμάτων
  6. στο δικαστήριο η υποβολή ερωτήσεων σε έναν μάρτυρα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξέταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξέταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"εξέταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξέταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}