εξέταση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξέταση
- eˈkse.ta.si
Where it comes from
εξέταση < αρχαία ελληνική ἐξέτασις
noun εξέταση · εξετάσεις · εξέτασης · εξετάσεων
- η ενέργεια του ρήματος εξετάζω
- η προσεκτική παρατήρηση και έρευνα ενός αντικειμένου που αποσκοπεί στην καλύτερη γνώση του η εξέταση των αιτίων ενός ιστορικού γεγονότος
- η προσεκτική παρατήρηση ενός ασθενούς, συχνά με τη βοήθεια ιατρικών οργάνων, προκειμένου να διαγνωστεί η ασθένειά του
- η εργαστηριακή έρευνα σωματικού υλικού (πχ αίματος, ούρων, ιστών κλπ)
- η διαδικασία με την οποία ο διδάσκων κάνει ερωτήσεις προφορικά ή γραπτά σε έναν μαθητή προκειμένου να τον βαθμολογήσει (στον πληθυντικό) η διαδικασία και η περίοδος των γραπτών διαγωνισμάτων
- η υποβολή ερωτήσεων σε έναν μάρτυρα
In English
- test product examination
- examination inspection by a doctor
- inspection the act of examining something, often closely
Talk about this word "εξέταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. εξέταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "εξέταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξέταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}