εξαγοράζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξαγοράζω
- e.ksa.ɣoˈɾa.zo
Where it comes from
εξαγοράζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξαγοράζω < ἐξ + ἀγοράζω (εξ- + αγοράζω)
verb εξαγοράζω · εξαγόρασα · εξαγοράζομαι · εξαγορασμένος · εξαγόραζα
- αγοράζω κάτι κι αποκτώ κυριότητα σε αυτό ※ Ποιος είναι ο Ουκρανός δισεκατομμυριούχος που εξαγοράζει τη Νιτσιάκος και γιατί επενδύει στην Ελλάδα (www.protothema.gr, 31.05.2026)
- πληρώνω τα ανάλογα χρήματα για να μην εκτίσω μια ποινή ή τη στρατιωτική θητεία ή για να αγοράσω συντάξιμα ένσημα
- πετυχαίνω κάτι με κάποιο αντάλλαγμα ή θυσία
- εξασφαλίζω κάτι με δωροδοκία Αυτή τη φορά δεν θα εξαγοράσουν την ψήφο του λαού με ψεύτικες παροχές.
In English
- redeem to save, rescue, recover
Talk about this word "εξαγοράζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εξαγοράζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89 "εξαγοράζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξαγοράζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}