εξαιρώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξαιρώ
- e.kseˈɾo
Sounds like εξαίρω
Where it comes from
εξαιρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαιρῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξαιρέω < ἐξ + αἱρέω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική à l'exception de
:* για τη νομική σημασία: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exempter
verb εξαιρώ · εξαίρεσα · εξαιρούμαι · εξαιρούμενος · εξαιρέθηκα · εξαιρεμένος
- αφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου Θα γράψετε όλοι διαγώνισμα· δε θα εξαιρέσω κανέναν.
- διαφοροποιώ και δεν ακολουθώ ένα κανόνα (όπως στη γραμματική)
- απαλλάσσω από υποχρέωση ή στερώ δικαίωμα εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους, οι παρακάτω: …
In English
Talk about this word "εξαιρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. εξαιρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E "εξαιρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξαιρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}